Παρασκευή, Ιανουαρίου 20

Πόσες Ελλάδες τελικά…;

Πόσο σίγουροι είμαστε ότι όλοι αναφερόμαστε στην ίδια χώρα όταν αναλύουμε, προβλέπουμε, ελπίζουμε, προσπαθούμε να πούμε ή να κάνουμε κάτι για τη χώρα που θεωρούμε δική μας…;

Κι η παγωνιά που έφερε ο χιονιάς με το ‘καλημέρα σας’ του 2017, απλώς ανέδειξε πόσο γελοία συνεχίζει να λειτουργεί αυτό το κράτος, αφήνοντας τα πάντα στο περίφημο μίγμα ‘νερό κι αλάτι’…είτε εννοείται όντως χρήσιμο το αλάτι είτε απλώς ως μεταφορά της λήθης, αγαπημένης ‘δραστηριότητας’ τους λαού μας…

Μόνο που με μια πιο προσεκτική ματιά, διαπιστώνουμε εύκολα ότι τελικά δε μιλάμε για μια Ελλάδα όλοι. Έχουμε την ΄τύχη’ να μιλάμε για πολλές πλέον. Για να τις δούμε αναλυτικά:

Μια είναι η Ελλάδα της αναμονής και της αργής επαναφοράς απ’ τις αργίες των γιορτών, όπου όλοι προσπαθούν να επανέλθουν στους ρυθμούς τους με τα οικονομικά να είναι και πάλι σε πρώτη προτεραιότητα και την αισιοδοξία που συνόδευε τις ευχές, να διαλύεται τόσο γρήγορα κι εύκολα που ήταν λες και δεν υπήρξε.

Αυτή είναι η Ελλάδα των επαγγελματιών κι εμπόρων, αυτών που συνήθισαν στα χαστούκια, δούλεψαν περισσότερες ώρες αυτές τις μέρες αλλά το αντίκρισμα σε οικονομική βάση δεν ήταν το ανάλογο και τώρα έμεινε κι η κούραση αντί για ξεκούραση.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 18

Καλός πολίτης

Γενάρης 1998. Το απολυτήριο στο χέρι, μια φιλική κουβέντα και συμβουλές από τον καλόκαρδο λοχαγό, ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη και μια ευχή ειπωμένη με αγάπη: Καλός πολίτης!

Για τους περισσότερους, αυτή η στιγμή σηματοδοτούσε ένα νέο ξεκίνημα, για μένα το ξεκίνημα ήταν μερικά χρόνια πριν (ας όψεται που ο πατέρας μου δεν ήταν μεγιστάνας). Η ευχή όμως… Αυτές οι δύο λέξεις, ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι που δεν μπορούσε να αποκωδικοποιηθεί εύκολα, τουλάχιστον όχι στη σωστή του διάσταση και όχι από όλους. Για πολλούς είναι δεδομένη η σημασία των δύο λέξεων, για άλλους η μετάφραση έρχεται χρόνια αργότερα, για μερικούς δυστυχώς ποτέ.

Συνέλαβα μετά από 18 χρόνια τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν αυτή η ευχή έπιασε, να κάνω την αυτοκριτική μου, μέσα από βιώματα και εμπειρίες που αποκόμισα στην πάροδο των ετών.

Ποιος είναι ο «καλός πολίτης»; Ποια είναι η θέση και ο ρόλος του σε μια οργανωμένη κοινωνία, χτισμένη με καλώς εννοούμενα ιδανικά και αξίες; Ποια είναι η προσφορά του και ποιο το όφελος που αποκομίζει; Κυρίως, που ξεκινάει και πού σταματάει η ευθύνη του για όσα συμβαίνουν γύρω του. Μπερδεμένα πράγματα… Αλλά απόλυτα μετρήσιμα, απόλυτα ξεκάθαρα μόλις βρείς την άκρη να λύσεις την δύσκολη εξίσωση. Δεν έχει τόση σημασία η δική μου αυτοκριτική, αλλά μέσα από αυτή την διαδικασία είδα με μια άλλη ματιά τι συνέβαινε στην Ελλάδα, για όσα χρόνια πίσω μπορώ να την θυμάμαι τουλάχιστον.

Μια Ελλάδα πνιγμένη στην κομπίνα, στην διαφθορά, στον ατομικισμό και στο δόγμα του λιγότερο χειρότερου. Κι ένα motto να κυριαρχεί παντού. «Η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της». Γιατί ως γνωστόν, φταίει η Ελλάδα. Επίσης φταίνε οι πολιτικοί. Επίσης οι Αμερικάνοι, οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Κινέζοι, οι Μπαγκλαντέζοι, οι Αφρικανοί και καμιά ντουζίνα λαοί ακόμα. Μέσα σε αυτούς, να εξηγούμαστε, δεν περιλαμβάνονται οι Έλληνες. Αυτοί υπήρξαν τα θύματα. Κάποιοι λένε ότι ήταν τα θύματα όλων των παραπάνω. Κάποιοι άλλοι, μέσα σε αυτούς κι εγώ, υποστηρίζουμε ότι βάλαμε τα χεράκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 16

Μία Βενεζουέλα με ευρώ...

Αναμφίβολα, υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις περιπτώσεις της Ελλάδας και της Βενεζουέλας. Από την άλλη, οι αρχές του παγκοσμιοποιημένου συστήματος ισχύουν για όλους και επιδρούν παρομοίως σε όλα τα κράτη. Συνεπώς, ανάμεσα στις δύο, υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες ομοιότητες που οφείλουμε να μην αγνοήσουμε, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε τι συμβαίνει τώρα στη Βενεζουέλα.

Και οι δύο χώρες ταλανίζονται αυτή τη στιγμή από δύο κοινά προβλήματα, το ένα εξωγενές και το άλλο ενδογενές, με το ένα να τροφοδοτεί το άλλο, σε έναν φαύλο κύκλο ανασφάλειας και (για την Ελλάδα, δυνάμει) αστάθειας:

Το ένα είναι τα απαγορευτικά επιτόκια δανεισμού από τις αγορές και το άλλο η στενά ελεγχόμενη από το κράτος οικονομία.

Σε ό,τι αφορά το βαθμό του κρατικού ελέγχου, οι περιπτώσεις δεν είναι πανομοιότυπες, όμως, από τη σκοπιά των αγορών, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος, αλλά το αποτέλεσμα της οικονομικής δυσκινησίας. Μπορεί στη χώρα μας να μην έχουμε διατιμημένα τα τρόφιμα, όμως οι απορρέουσες από το κράτος στρεβλώσεις φρενάρουν τις όποιες ελπίδες επανάκαμψής μας, με τον ίδιο τρόπο που το έκαναν και στη Βενεζουέλα. Αμφότερα τα κράτη δεν απελευθερώνουν τις δυνάμεις εκείνες που μπορούν να επανεκκινήσουν την αγορά.

Εκεί, η πτώση του βιοτικού επιπέδου ήταν ραγδαία επειδή το χαμηλό πλαφόν δημιούργησε ελλείψεις στα τρόφιμα, τις οποίες επιτάχυνε με γεωμετρική πρόοδο ο υπερπληθωρισμός, δηλαδή η απουσία ενός «ευρώ».

Τρίτη, Ιανουαρίου 10

Ένας λαός που ψάχνει για «Σώρρες»

Η περίπτωση του Αρτέμη Σώρρα έχει ενδιαφέρον και απασχολεί το πανελλήνιο, όχι τόσο επειδή ένας τύπος ισχυρίζεται ότι έχει μερικά τρις (!), αλλά επειδή βρέθηκαν άνθρωποι που τον ακολουθούν πιστά. Τους ισχυρισμούς τύπου Σώρρα μπορεί να τους ακούσει κανείς και από τον τρελό του χωριού. Ωστόσο, ο τρελός του χωριού δεν έχει οπαδούς να του πληρώνουν τα έξοδα για να κατέβει για βουλευτής.

Αν οι ακόλουθοι του Σώρρα δεν είναι τελείως αφελείς, ώστε να πίστεψαν ότι ο αρχηγός τους έκανε παζάρια με τον πρόεδρο των ΗΠΑ ως πληρεξούσιος του θεού Απόλλωνα, λογικά πίστεψαν τουλάχιστον ότι υπάρχουν κάπου αυτά τα χρήματα. Και ότι από αυτά τα χρήματα θα πληρωθούν τα χρέη τους.

Επειδή όμως, σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει «λογικά», η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τα κίνητρα του καθενός. Κάποιοι μπορεί να προσβλέπουν και σε πολιτική καριέρα. Το σημαντικό είναι πως το ζήτημα που έχει δημιουργηθεί, δεν είναι άσχετο με την πορεία που διαγράφουμε ως κοινωνία, εδώ και σαράντα περίπου χρόνια.

Εν προκειμένω, η ιστορία της Ελλάδας από το ’80 και μετά και, πολύ περισσότερο, της ελληνικής κρίσης, έχει επιβεβαιώσει ένα βασικό πράγμα: Την ανευθυνότητά μας.

Ή αλλιώς, το πόσο εύκολα αγνοούμε τις υποχρεώσεις μας.

Γιατί, εδώ που τα λέμε, δεν είναι μόνο οι ακόλουθοι του Σώρρα που (κάνουν πως) πιστεύουν, ότι κάποιος ξαφνικά θα έρθει και, ως δια μαγείας, θα τους απαλλάξει από τα χρέη τους. Αν κρίνουμε από το πώς ψηφίζουμε, οι περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες που κάνουν τον κόπο να επισκεφθούν την κάλπη, θεωρούν ότι είναι δυνατό να επανέλθει η ζωή τους σε επίπεδα 2004, χωρίς στο μεταξύ να αλλάξει τίποτα στη χώρα.

Σάββατο, Ιανουαρίου 7

Ο τζίτζικας και ο Μέρμηγκας παίζουν μονόπολη.

Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 2013. Δεν βρίσκω σχεδόν τίποτα να χρειάζεται αλλαγή για σήμερα:

Διάβασα μια καταπληκτική συνέντευξη του κου Λαφαζάνη και ένα άρθρο του κου Μπογιόπουλου όπου αναφέρεται ότι “ο ελληνικός λαός έχει πληρώσει σε εγχώριους και ξένους τοκογλύφους και κερδοσκόπους το αστρονομικό ποσό των 772,9δις ευρώ!” και έμεινα μ......ας για τα λαλάκια που έχουμε βγάλει από τις τσέπες μας να πληρώσουμε το χρέος! Μπα! Ποιας χώρας εννοεί; Γιατί για το ελληνικό χρέος δεν έχουμε δώσει ούτε μια δεκάρα!

Επειδή τρία χρόνια μετά το Καστελόριζο ακόμη συζητάμε για επαχθές χρέος και λοιπά, αποφάσισα να αφοσιώσω 773δις λέξεις στην ανωτάτη Συριζο-μπακαλιστική της οικονομίας. Αλλά και πάλι εγώ εκεί κατέληξα στα δικά μου. Όσο και να μου ανοίγει το μυαλό ο Λαφαζάνης και ο Αλέξης και ο συγγραφέας του “ηλίθιου”, εγώ εκεί να σκέφτομαι το έλλειμμα, και όχι το χρέος. Αν μπορείτε να βοηθήσετε αφήστε ένα σχόλιο με υβριστικό, ρατσιστικό ή διαφημιστικό περιεχόμενο στο πλαίσιο διαλόγου παρακάτω.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 4

Από μηχανής θεός, τέλος….

Καλές οι ευχές, καλές οι αναλύσεις, καλή κι η αναβολή όσων μας βαραίνουν δυσβάσταχτα αλλά εκείνο που μάλλον επιβάλλεται να κάνουμε τη νέα χρονιά, είναι να πιστέψουμε επιτέλους ότι οι λύσεις δεν θα ΄ρθουν από μόνες τους…

Εξαιρετικές οι οικονομικές αναλύσεις των πολιτικών ειδημόνων και ειδικών επί των οικονομικών και άκρως ενδιαφέρουσες. Επίσης ενδιαφέρουσες κι οι προτεινόμενες λύσεις που υπερβαίνουν σε αριθμό, το σύνολο των προβλημάτων αφού για κάθε θέμα που προκύπτει, έχουμε επάνω από τρεις αναφερόμενες λύσεις…

Μόνο που όλα αυτά απευθύνονται σε πολίτες που όσο κι αν το επιθυμούν ή τέλος πάντων, δύνανται λόγω γνώσεων και δυνατοτήτων, να τα κατανοήσουν, δεν είναι σε θέση να τα χρησιμοποιήσουν στην καθημερινότητά τους ώστε να μπορέσουν να βγουν απ’ τα αδιέξοδα που έχουν οδηγηθεί λόγω ανατροπής του συνόλου σχεδόν των σχεδίων και του προγραμματισμού της ζωής τους.

Ένα ελάττωμα όμως που επίσης μας βαραίνει ως λαό και μάλλον στο σύνολό του, είναι αυτό το περίφημο ‘δε βαριέσαι, κάτι θα γίνει τελευταία στιγμή’… Και να δεις που όντως, κάτι γινόταν πάντα μέχρι σήμερα, τελευταία στιγμή και γλιτώναμε κάποια πράγματα. Κάτι τα συστήματα που είχαμε στην υπηρεσία μας δε δούλευαν, κάτι εμφανιζόταν κάποιο εμπόδιο που έφερνε όλη τη λειτουργία εκείνου που μας απειλούσε, εκτός προγραμματισμού, κάτι το ένα, κάτι το άλλο και με την αναβλητικότητα που μας χαρακτηρίζει ως άτομα, να έρχεται ως επιστέγασμα όλων, είχαμε μάθει να τη γλιτώνουμε τελικά.

Κι όλο αυτό το περίεργο για όλο τον υπόλοιπο πλανήτη, σκηνικό, σε μας συνέβαινε καθημερινά επί δεκαετίες, με αποτέλεσμα ν’ αποτελεί πλέον ένα απ’ τα δεδομένα λειτουργίας του κράτους μας και φυσικά να μας έχει μεταλλάξει ως πολίτες αυτού του κράτους.

Τρίτη, Ιανουαρίου 3

Ευτυχισμένο και… λιγότερο λαϊκίστικο το νέο έτος

Ο λαϊκισμός σαν φαινόμενο δεν είναι κάτι νέο και δεν συναντάται μόνο στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, ο λάθος χρόνος και ο λάθος τόπος για να αναδεικνύεται κυρίαρχος είναι, αντίστοιχα, η περίοδος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και η χώρα που βρίσκεται πιο κοντά στο γκρεμό από τις υπόλοιπες.

Με την ευελιξία που τον χαρακτηρίζει λοιπόν, και τη συγκυρία σε ό,τι αφορά τη σχέση της κοινωνίας με την τεχνολογία (social media) επί του παρόντος να τον ευνοεί, ο λαϊκισμός κυβερνά ακόμα τις ζωές μας, παρά τις εμφανείς ζημιές που έχει προκαλέσει.

Αφού επιβραβεύσαμε το 2015 «επιχειρήματα», όπως «πιάσαμε πάτο», «οικονομική γενοκτονία», «ανάλγητη Ευρώπη», «νεοφιλελεύθεροι κύκλοι» κ.α., περάσαμε ένα 2016 κατά το οποίο ο πολιτικός λόγος έχασε τα όποια προσχήματα του είχαν απομείνει.

Η απόσταση του τελευταίου από την πραγματικότητα έσπασε κάθε ρεκόρ, ολυμπιακή χρονιά γαρ, με δηλώσεις όπως «έχουμε βγει από τα μνημόνια» και «ο κόσμος στο δρόμο μάς λέει ότι δεν κόπηκε η σύνταξή του» να διεκδικούν το χρυσό μετάλλιο του πολιτικού θράσους. Την ίδια στιγμή, τα ΜΜΕ συνέχιζαν -και συνεχίζουν- αμετανόητα να ενδιαφέρονται περισσότερο για τα νούμερα τηλεθέασης παρά για τη χώρα, αναπαράγοντας σταθερά τους (γνωστούς πλέον) τίτλους «ζητάνε το αίμα μας οι δανειστές» ή «μαύρα Χριστούγεννα θα κάνουν οι συνταξιούχοι». Από τη μία, αναμενόμενο όταν μιλάμε για ΜΜΕ. Από την άλλη, αν στο τέλος δεν υπάρχει χώρα, δεν θα υπάρχουν και νούμερα τηλεθέασης.

Γενικά, είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι για επτά και πλέον χρόνια προσεγγίζουμε τη κρίση με το ίδιο, απαράλλακτο λαϊκίστικο σκεπτικό. Έχει περισσότερη σημασία, ακόμα, να μοιραστούν επιδόματα ή διορισμοί στον κόσμο, από το να αλλάξουμε το παραγωγικό μας μοντέλο. Δεν λέμε ότι είναι κακό να δίνεται ένα επίδομα σε κάποιον που το έχει ανάγκη. Λέμε για τις προτεραιότητες που έχουμε ως πολιτεία και ως κοινωνία.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 19

Τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στο έλεος του εθνικολαϊκισμού

Με την αξιολόγηση να μην πηγαίνει πολύ καλά και τα σενάρια για εκλογές να φουντώνουν, η συγκυβέρνηση εμφανώς «ανεβάζει στροφές» επικοινωνιακά. Αναμενόμενο, αν μη τι άλλο.

Επειδή όμως με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση τίποτα δεν είναι όπως παλιά, δεν αρκείται στην παροχολογία και στον, καθιερωμένο πια, προεκλογικό μποναμά, αλλά αποπειράται και την αναβίωση της αντιευρωπαϊκής «επανάστασης». Δηλαδή, την ανασυγκρότηση του εθνικολαϊκιστικού μπλοκ, που γνωρίσαμε το καλοκαίρι του ’15 και θέλει ως βασικό συστατικό του το, εδώ και λίγα χρόνια κοινοβουλευτικό, νεοναζιστικό μόρφωμα. Και αυτό είναι πολύ σοβαρότερο από μερικά ευρώ στους συνταξιούχους.

Σε ό,τι αφορά τους φύσει και θέσει εκπροσώπους τού εν Ελλάδι φασισμού λοιπόν, την τελευταία βδομάδα μόνο είχαμε δύο κολακευτικές αναφορές από κυβερνητικά στελέχη, λίγο νωρίτερα μία κοινή υπουργών παρόντων επίσημη εμφάνιση «πατριωτικού» χαρακτήρα και εσχάτως μία (όχι και τόσο) περίεργη σιωπή από μέρους τους απέναντι στον… χουβαρντά με τα ελληνικά νησιά υφυπουργό Παιδείας. Για να μην επεκταθούμε στη γενικότερη ανεκτικότητα που απολαύουν.

Σε αυτή την κυβερνητική προσέγγιση, θύμα δεν είναι απλά η δημοκρατία, γενικώς και αορίστως. Είναι ο καθένας από εμάς. Μαζί και αυτοί που ψήφισαν Χρυσή Αυγή, ακόμα κι αν (κάνουν πως) δεν το γνωρίζουν.

Επειδή στην Ελλάδα δεν υπάρχει τίποτα αυταπόδεικτο, να θυμίσουμε ότι αναφερόμαστε σε ένα κόμμα που έχει αναλάβει την πολιτική ευθύνη δολοφονίας (και όχι μόνο), δηλαδή, επισήμως ενστερνίζεται τη βία απέναντι στους πολιτικούς του αντιπάλους και, παρεμπιπτόντως, αφού δεν μιλάμε απλά για αναφορά σε ένα καταχωνιασμένο καταστατικό αλλά για επίσημες, δημόσιες τοποθετήσεις, κανένας Έλληνας δεν δικαιούται να πει «δεν ήξερα».

Τρίτη, Δεκεμβρίου 13

Σιγά σιγά...


Συζήτηση με συνταξιούχο:

- Δεν γίνεται με τέτοια φορολογία. Δεν προχωράει τίποτα. Τι τους θέλουν τόσους φόρους;
- Για να μπορεί να πληρώνεται η γυναίκα σου στο Υπουργείο και η σύνταξή σου.
- Σιγά τώρα και πριν πως πληρώνονταν και μάλιστα περισσότερο;
- Πριν δανειζόμαστε για να πληρώνονται όλα αυτά αφού οι φόροι δεν έφταναν. Πόσο μάλιστα τώρα που η αγορά είναι πολύ μικρότερη. Αναγκαστικά οι φόροι πρέπει να αυξηθούν. Αφού δάνειο δεν μας δίνει κανείς.
- Ε, καλά, ας έβαζαν λιγότερους φόρους και να δίνανε δουλειές.
- Όταν πριν από 6 χρόνια σε ρώτησα τι προτιμάς, να απολυθούν 250.000-300.000 ΔΥ και να κλείσουν οργανισμοί και κρατικές εταιρίες για να μην φτωχύνουμε, μου απάντησες πως όχι. Να μην απολυθεί κανένας. Ε, πλήρωσε τους επομένως. Γιατί ξέρεις οι 300.000 αυτοί θέλουν και υποδομές για να υπάρχουν, και λειτουργικά έξοδα και πολλά άλλα που χωρίς αυτούς μπορούσες να μην τα έχεις.
- Ε, δεν είναι έτσι. Ας το κάνανε σιγά σιγά.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 12

Η μόδα των δημοψηφισμάτων στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία

Μετά και την πρόσφατη αποτυχία Ρέντσι, μπορούμε να πούμε πως η μόδα των δημοψηφισμάτων δεν ευνοεί καθόλου την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αντιθέτως, σχεδόν όλα τα δημοψηφίσματα των τελευταίων δύο ετών στην ήπειρο, εξυπηρέτησαν την εθνικολαϊκιστική ατζέντα.

Μεγάλες μάζες πολιτών εξέφρασαν τον (επιλεκτικό) αντισυστημισμό τους και ίσως δεν είναι τυχαίο, ότι, στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, και τα ίδια τα δημοψηφίσματα είναι κατά βάση μία μη συστημική διαδικασία.

Σε κάθε περίπτωση, παραμένει το γεγονός ότι ακροδεξιά και λοιπά ακραία κόμματα κερδίζουν έδαφος με όπλο την άμεση δημοκρατία. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ιστορία ειρωνεύεται με τέτοιο τρόπο.

Ο Α. Χίτλερ έκανε τέσσερα δημοψηφίσματα για να συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες του κράτους στα χέρια του. Ο Τσάβεζ έκανε δύο το 1999 και από ένα το 2007 και το 2009, όλα για να εγκριθούν συνταγματικές αναθεωρήσεις προς ενίσχυση των εξουσιών του. Γενικά, οι δικτάτορες φαίνεται να τα πηγαίνουν καλά με τα δημοψηφίσματα (βλ. και Ελλάδα).

Ένα πρώτο συμπέρασμα, κατόπιν τούτων, είναι πως πρέπει να είμαστε καχύποπτοι όταν ένα δημοψήφισμα επιβάλλεται άνωθεν. Είναι πολύ διαφορετικό σε σχέση με τις περιπτώσεις κοινωνικής πρωτοβουλίας, όταν δηλαδή κινητοποιείται μια ομάδα πολιτών και, μέσω προβλεπόμενων και θεσμικών διαδικασιών, προκαλεί δημοψήφισμα (βλ. Ελβετία).

Ας δούμε όμως τα πράγματα λίγο πιο αναλυτικά.